καταλείπω

λείπω / κατα|λείπω / ὑπο|λείπω оставлять; покидать; неперех. исчезать, недоставать λείπω, λείψω, ἔλιπον, λέλοιπα | λέλειμμαι , ἐλείφθην

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "καταλείπω" в других словарях:

  • καταλείπω — (AM καταλείπω) 1. αφήνω υπόλοιπο 2. (για γονείς) αφήνω ως κληρονομιά, κληροδοτώ 3. εγκαταλείπω κάποιον ή κάτι στην τύχη του μσν. 1. αφήνω κάποιον ως αντικαταστάτη μου 2. επιτρέπω σε κάποιον να... 3. εμπιστεύομαι 4. (με αντικ. λέξη που δηλώνει… …   Dictionary of Greek

  • καταλείπω — καταλιμπάνω leave behind pres subj act 1st sg καταλιμπάνω leave behind pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λείπω — (AM λείπω, Μ και λείβγω) 1. δεν υπάρχω, ελλείπω (α. «από το βιβλίο λείπουν τα πρώτα φύλλα» β. «λείπουσι δὲ [αἱ τρίχες] καὶ ῥέουσι κατὰ τὴν ἡλικίαν αἱ ἐκ τῆς κεφαλῆς καὶ μάλιστα καὶ πρῶται», Αριστοτ. γ. «λείπει μὲν οὐδ ἃ πρόσθεν εἴδομεν τὸ μὴ οὐ… …   Dictionary of Greek

  • προκαταλείπω — Α καταλείπω κάτι ως κληρονομιά, κληροδοτώ προηγουμένως. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + καταλείπω «αφήνω ως κληρονομιά, κληροδοτώ»] …   Dictionary of Greek

  • ακατάλειπτος — ἀκατάλειπτος, ον (Μ) [καταλείπω] αυτός που δεν είναι ποτέ ελλιπής, ανεπαρκής …   Dictionary of Greek

  • εναπολείπω — (AM ἐναπολείπω) αφήνω μέσα σε κάτι, καταλείπω, αφήνω, εναποθέτω μσν. μέσ. ἐναπολείπομαι 1. υπολείπομαι, εναπομένω 2. μτφ. επιζώ …   Dictionary of Greek

  • εώ — (I) (ΑΜ ἐῶ, άω και επικ. τ. εἰῶ) νεοελλ. (μόνο η προστ. ως ναυτ. παράγγελμα) έα άφηνε, χαλάρωνε μσν. αρχ. αφήνω, καταλείπω, παραχωρώ κάτι σε κάποιον («Κρέοντί τε θρόνους ἐᾱσθαι», Σοφ.) αρχ. 1. αφήνω, επιτρέπω, δεν εμποδίζω, συγχωρώ («ἐᾱν δ… …   Dictionary of Greek

  • κατάλειμμα — το (AM κατάλειμμα) [καταλείπω] κατάλοιπο, απομεινάρι …   Dictionary of Greek

  • κατάλειψις — και ποιητ. τ. κάλλειψις, ἡ (Α) [καταλείπω] 1. το να αφήσει κάποιος κάτι στους μεταγενέστερους 2. οι μεταγενέστεροι, οι απόγονοι …   Dictionary of Greek

  • κατάλοιπος — η, ο (Α κατάλοιπος, ον) [καταλείπω] ο υπόλοιπος νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το κατάλοιπο 1. ό,τι απομένει, το υπόλοιπο 2. ό,τι παραμένει ύστερα από μια βιομηχανική επεξεργασία ή από μια φυσική, χημική κ.ά. μεταβολή (α. «τα κατάλοιπα τών βιομηχανιών»… …   Dictionary of Greek

  • καταλείψανον — καταλείψανον, τὸ (Α) [καταλείπω] ό,τι απομένει από κάτι, το υπόλοιπο …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.